- τραχειίτιδα
- ηφλεγμονή του βλεννογόνου της τραχείας από ψύξη.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
τραχειίτιδα — η, Ν ιατρ. βλ. τραχεΐτιδα … Dictionary of Greek
κατασταγμός — κατασταγμός, ὁ (Α) [καταστάζω] 1. η καταρροή 2. φρ. «κατασταγμός ἀρτηρίας» η τραχειίτιδα … Dictionary of Greek
στηθοκατάρρους — ο, Ν ιατρ. κατάρρους τού στήθους, παλαιός όρος για την τραχειίτιδα και τη βρογχίτιδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < στήθος + κατάρρους. Η λ. μαρτυρείται από το 1850 στον Ι. Σκυλίσση] … Dictionary of Greek
τραχεΐτιδα — και τραχειίτιδα και τραχείτιδα, η, Ν ιατρ. φλεγμονή τού βλεννογόνου τής τραχείας, σπάνια μεμονωμένη, και πάντοτε σχεδόν σε συνδυασμό με ρινίτιδα, λαρυγγίτιδα ή βρογχίτιδα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ., γαλλ. tracheite (< τραχεία + κατάλ. ῖτις … Dictionary of Greek